VW
AGROexpert

"Το νυχτέρι", του Τρύφων Ούρδα

Τέλειωνε και ο Σεπτέμβρης στο χωριό. Λίγο λίγο κι οι εργασίες στα χωράφια, έπαιρναν κι αυτές με τη σειρά τους να τελειώνουν, προς μεγάλη ανακούφιση των κατοίκων, που όλο το καλοκαίρι δούλευαν ασταμάτητα κάτω από το λιοπύρι, για να έχουν αυτό για τα οποίο όλος ο κόσμος παλεύει στη ζωή. Τον επιούσιο!

 Καλή χρονιά και η φετινή! Δεν μπορείς να πεις!  Τα σιτάρια γέμισαν μέχρις απάνω τις αποθήκες, άριστη η ποιότητα των σταφυλιών για τα κρασιά, σαν μπόμπες και γλυκά τα καρπούζια και τα καόνια που μαζεύτηκαν από τα μποστάνια, πολύ καλά, μυρωδάτα και  χωρίς σκουλήκια τα μήλα, απλωμένα τώρα στα μπαλκόνια για να μην σαπίσουν και τέλος τα καλαμπόκια, πλούσια κι αυτά στην παραγωγή, μεταφέρθηκαν με τα κάρα στα σπίτια και αποθηκεύτηκαν εκεί πρόχειρα, έτοιμα για ξεφλούδισμα και ύστερα για ξεσπύρισμα. Όλα έγιναν στην ώρα τους, γιατί ο καιρός δεν περιμένει. Έτσι και πιάσουν οι βροχές, οι σοδειές καταστρέφονται.

Μαζί με τους άλλους στο χωριό, έτσι και ο παπά- Θανάσης, ο ιερέας σε αυτό, έφερε στο σπίτι του ένα τελευταίο κάρο, φορτωμένο με καλαμπόκι και μαζεμένο από ‘κείνα τα χωράφια του κλήρου της Εκκλησίας, που του δόθηκαν να τα καλλιεργεί κι έτσι με αυτόν τον τρόπο να ζει την οικογένειά του. Πέντε στόματα, όλα κορίτσια είχε ο φουκαράς να τα θρέψει, να τα μεγαλώσει και…τέλος πάντων να τα  αποκαταστήσει, πάντοτε μοναχός του και με τη λίγη βοήθεια της παπαδιάς και μάνας των παιδιών του, της Σοφίας. Βέβαια, είχε και τα δυο μεγαλύτερα κορίτσια του που τον βοηθούσαν. Αλλά ήταν γυναίκες κι η φύση τους δεν τις επέτρεπε να κάνουν όλες τις δουλειές. Βλέπεις ο καλός Θεός του έστειλε μόνο θηλυκά; Καμιά φορά όμως δεν παραπονέθηκε. Πάντα έλεγε δόξα στον Θεό. Θα κάνω για γιούς μου γαμπρούς!

Από την άλλη μεριά δεν θα έπρεπε να ξεχνάει κανένας, ότι σαν παπάς, είχε και την Εκκλησία με τις Λειτουργίες, τους Εσπερινούς και όλα τα άλλα «Ιερά», στα οποία έπρεπε να δίνει προτεραιότητα. Και ο παπά- Θανάσης πάντα αυτά έβαζε πρώτα. «Πρώτα η Εκκλησία», έλεγε και ξανάλεγε, κάθε φορά που η σεμνή και καλόκαρδη παπαδιά, «γκρίνιαζε» γιατί κάποιες από τις δουλειές του σπιτιού τους, πήγαιναν πίσω. Πρώτα επέμενε ο παπάς,  «έχει τον λόγο ο Θεός κι ύστερα εμείς..!»

- Ε! παπά- Θανάση, του φώναξε μια μέρα τo απόγευμα από την αυλή του, ο κυρ Κώστας, ο γείτονας, καθώς ξέζεβε το άλογό του από τη σούστα και ο γιος του ο Βαγγέλης, ένα παλικάρι γύρω στα είκοσι χρονών, τραβούσε τις αγελάδες που βόσκαγε όλη μέρα στα τσαϊρια για το αχούρι . Πότε μωρέ παπά μου του είπε, θα αρχίσεις το ξεφλούδισμα στο καλαμπόκι σου, για να έρθουμε να κάνουμε  «νυχτέρι» και να σε βοηθήσουμε;

Δεν παραξενεύτηκε ο παπάς. Αυτή την ερώτηση του γείτονα την περίμενε γιατί κάθε χρόνο έτσι γινόταν. Μαζί με τον άλλο τον γείτονά τους, τον κυρ Μήτσο πάντα τον βοηθούσαν. Και μάλιστα, φρόντιζαν πρώτα να τελειώνει με τα καλαμπόκια του ο παπάς, μια και είχε και την Εκκλησία, και ύστερα να καταπιαστούν με τα δικά τους. Έτσι λοιπόν ο παπά- Θανάσης, αφού σκέφτηκε λίγο για να κανονίσει την ημερομηνία και αφού τίναξε κάποιες  σκόνες  από το ράσο του, είπε: 

- Καλά βρε αδερφέ από Δευτέρα βράδυ, αφού το θελήσει ο Θεός. 
Ο κυρ Κώστας δεν απάντησε και συνέχισε τη δουλειά του με το κάρο. Ήταν σαν να συμφωνούσε.

 Άντε λοιπόν, άρχιζαν και φέτος τα νυχτέρια στο χωριό, πρώτα  με τα ξεφλουδίσματα κι ύστερα με τα ξεσπυρίσματα του καλαμποκιού. Όλοι οι χωριανοί σε μια ευχάριστη εργασία, με πολύ κουβεντολόι πάνω σε διάφορα κοινωνικά θέματα και βέβαια «σχόλια» του χωριού, διηγήσεις για τα παλιά και προπάντων γέλια, αστεία και τραγούδια που θα πάρουν κοντά μέχρι τα Χριστούγεννα…

Δευτέρα το απόγευμα και ο παπά- Θανάσης με το γαϊδουράκι του, επέστρεφε στο σπίτι από την Αριδαία. Ήταν γεμάτος ψώνια μέσα στους «ντορβάδες», που κρέμονταν από το σαμάρι του ζώου. Όπως και να το κάνουμε, το βράδυ θα έχει φιλοξενούμενους στο σπίτι του. Όλοι θα τον βοηθήσουν στη δουλειά με το καλαμπόκι. Να μην έχει κάτι να τους κεράσει; Τέτοιες μέρες η παπαδιά βράζει φρέσκα καλαμπόκια, πιάνει και κάνει πίτες, κουλούρια και κουραμπιέδες. Τα σερβίρει με πετιμέζι και γλυκό από κολοκύθι. Στον παπά αφήνει να κάνει μόνο τον σιμιγδαλένιο χαλβά, μια και το κέρασμα αυτό είναι έθιμο να το κάνουν οι άντρες. Και ο παπά- Θανάσης για να πετύχει το γλύκισμα, βάζει όλη τη μαεστρία του. Κάθε χρόνο σε όλους φαίνεται να τον κάνει και καλύτερο. Δίκαια λοιπόν όλοι του λένε μπράβο και γεια στα χέρια του!

Έφτασε και το βράδυ. Έξω η βροχούλα άρχισε να πέφτει πολύ ψιλή, ενώ ο δυνατός αέρας που φύσαγε, τη στριφογύριζε πάνω στα παράθυρα και στις στέγες, μέσα στις πέτρινες αυλές και στα κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων. Το κρύο, όσο έπεφτε το σκοτάδι, έσφιγγε όλο και περισσότερο με τον Οκτώβρη και τον χειμώνα που πλησίαζε να δείχνουν πλέον φανερά τα δόντια τους.

 Όμως κανένα πρόβλημα στο σπίτι του παπά με τη σόμπα μέσα να μπουμπουνίζει και τους γειτόνους του, σε ένα νυχτέρι να τον βοηθούν στο ξεφλούδισμα του καλαμποκιού του. Όλοι τους είναι ζεστοί, όχι μόνο στο σώμα τους αλλά και μέσα στη ψυχή τους. Εργάζονται και κουβεντιάζουν. Άλλοτε μιλάνε σοβαρά και άλλοτε αστειεύονται καθώς αναφέρονται για καθετί που γίνεται στο χωριό, καλό ή κακό. Δεν λείπουν βέβαια και τα μεταξύ τους πειράγματα. Μα κανένας δεν παρεξηγείται. Ξέρουν πως γίνονται με καλή προαίρεση και με καλή καρδιά. Και όσο μιλάνε οι μεγαλύτεροι, τα παιδιά και οι νεώτεροι μόνο ακούνε. Δεν παίρνουν μέρος στη συζήτηση. Σέβονται την ηλικία τους. Έτσι τα συμβούλευσαν οι γονείς τους! Μιλάνε μόνο όταν τους επιτρέπεται. 

Η ώρα περνούσε και η νύχτα άρχιζε τώρα για  καλά το ταξίδι της. Μαζί της ταξίδευε και η λάμπα που έφεγγε χλωμή, κρεμασμένη στο τοίχο. Πόσο ζητούσε η ταλαίπωρη να καθαρίσουνε το γυαλί της και να βάλουνε λίγο πετρέλαιο στο φυτίλι της, μήπως και φέξει περισσότερο!

- Παπά μου, ακούστηκε να λέει σε μια στιγμή που δεν μίλαγε κανένας, ο κυρ Μήτσος, ο οποίος όλη την ώρα τροφοδοτούσε την παρέα με αστεία της παιδικής του ηλικίας. Παπά μου είπε, δεν μας φέρνεις επιτέλους και από εκείνο το νόστιμο χαλβά, που τον φτιάχνεις μόνος σου κάθε χρόνο, για να φάμε λίγο και να ξενυστάξουμε; Εμένα ακόμα λίγο και θα με πάρει ο ύπνος εδώ απάνω στα καλαμποκόφυλλα. Και να γίνει πιστευτός σε ό,τι έλεγε, άνοιξε το στόμα του σαν κροκόδειλος και έκανε πως χασμουριέται.    
-  Πω πω! Παραλίγο να το ξεχάσω, είπε και τινάχτηκε από τη θέση του ο παπάς, θεωρώντας μεγάλο λάθος την αστοχία του αυτή. Γι αυτό έκανε  αμέσως νεύμα στην παπαδιά και στην μεγαλύτερη κόρη τους την Ευθυμία να τον ακολουθήσουν, δίπλα στο μαγειρειό και να τον βοηθήσουν στο σερβίρισμα.
Εκείνη την ώρα απ’ έξω, χτύπησε δυνατά η κλειδαριά της πόρτας. Ξαφνιάστηκαν όλοι. Ποιός θα μπορούσε να ήταν αυτή την ώρα! Και όπως αυτή άνοιγε σιγά σιγά με τους μεντεσέδες να τρίζουν πίσω της, φάνηκε να μπαίνει μέσα μια γυναικεία σιλουέτα. Φορούσε μαύρο φουστάνι, μακρύ μέχρις εκεί κάτω τις πατούσες της και μια μαντήλα στο κεφάλι, που σχεδόν έκρυβε όλο το πρόσωπο της, προφανώς για να προστατεύεται από το κρύο. Πάνω της είχε ριγμένο στα πρόχειρα κι ένα παλτό, σφιγμένο γύρω στη μέση της για να ζεσταίνεται. Έτσι όπως ήταν ντυμένη, κανένας δεν μπόρεσε να την γνωρίσει. Μα σαν έβγαλε τη μαντήλα και είπε  «καλησπέρα», όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. Ήταν η θειά- Σωτήραινα από τον πάνω μαχαλά. Το συνήθιζε πολύ κάθε χρόνο να πηγαίνει στα νυχτέρια… 

Του λόγου της λοιπόν αυτή η θεια- Σωτήραινα, ήταν καλή γυναίκα. Όλοι τη θυμούνται μια ζωή να ζει ολομόναχη στο καλύβι της. Ο άντρας της ο Σωτήρης, καλά να είναι εκεί που είναι τώρα, σχωρέθηκε πολύ νέος. Ο δόλιος όταν πέθανε της άφησε εκτός από το όνομά του- Δήμητρα ήταν το δικό της- να μεγαλώσει και τρία παιδιά. Τι να κάνει τότε η κακομοίρα, για να κρατήσει την οικογένειά, πήρε και τη θέση του. Και μάνα και πατέρας. Όλα τα χρόνια δούλευε με τα ζώα σκληρά στα χωράφια, που ευτυχώς πάνω στην ατυχία τους άφησε ο μακαρίτης, εξασφαλίζοντας έτσι για όλους ένα κομμάτι ψωμί, ακόμα και στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Πόσοι και πόσοι δεν είπαν στο χωριό για το κουράγιο και την μεγάλη υπομονή της, σε κείνους τους τρισάθλιους καιρούς του πολέμου, που οι κατακτητές έπαιρναν χωρίς έλεος το ψωμί απ’ το σπίτι σου;

  Ύστερα πάλι όταν τελείωσε το κακό και τα παιδιά μεγάλωσαν, νέα γυναίκα, έμεινε ξανά μόνη γιατί τα «αφιλότιμα» τα παιδιά, βλέποντας πως δεν υπάρχει χαΐρι και προκοπή στο χωριό, ξενιτεύτηκαν και πήγαν να δουλέψουν στη Γερμανία και στην Αμερική. Τελικά φαίνεται ότι εκεί τους ενέπνευσε η ξενιτιά. Παντρεύτηκαν  έκαναν παιδιά, νοικοκυρεύτηκαν και άπλωσαν χωρίς δισταγμό σε αυτούς τους ξένους τόπους τις ρίζες τους. Στο χωριό άφησαν τη μάνα τους μόνη με αυτό τον καημό της μοναξιάς αλλά και το παράπονο, που σαν γιαγιά, σχεδόν δεν έπιασε ποτέ μικρά τα εγγόνια στα χέρια της, να τα παίξει να τα χορέψει και να τα τραγουδήσει…

Μ΄ αυτή λοιπόν τη στεναχώρια η μαυροφορούσα, χαιρόταν πολύ και αναγάλλιαζε η καρδιά της, σαν έβλεπε ζευγάρια με παιδιά και παππούδες με εγγόνια. Και πάνω σ’ αυτό, χαιρόταν ακόμα περισσότερο να κάνει αυτή τα προξενιά, κάθε φορά που άκουγε ότι στις γειτονιές του χωριού δυο νέοι αγαπιούνται. Ήξερε βέβαια, τόσο αφελής δεν ήταν, πως αυτό μπορεί να είναι και κουσούρι της! Ωστόσο όμως με την αθώα την ψυχή της, υποστήριζε ότι δεν κάνει κάτι κακό αλλά βοηθάει να παντρεύονται τα παιδιά και να μη μένουν στα ράφια. «Τι τα θέλουμε τα γεροντοπαλίκαρα και τις γεροντοκόρες στο χωριό;» έλεγε. «Αυτά γίνονται μόνο στα άλλα τα κράτη που νομίζουν ότι είναι πολιτισμένα!».

Έτσι η θεια- Σωτήραινα για πολλούς νέους στο χωριό έγινε ο «εφιάλτης», μη τυχόν εξ αιτίας της γίνει γνωστό σε όλους το μυστικό του έρωτά τους. Και το χειρότερο, μην το μάθουν οι γονείς τους, οι οποίοι  καμιά φορά διαλέγουν τη νύφη και το γαμπρό για το σπίτι τους!
 Άλλοι πάλι το έπαιρναν εντελώς από την άλλη μεριά και το θεωρούσαν αστείο. Πολλές φορές μάλιστα, αυτοί που γελούσαν και «διασκέδαζαν» με όλα αυτά της τα καμώματα,  όταν πέρναγαν από το σπίτι της, που ήταν πάνω στο δρόμο, δεν δίσταζαν να χτυπήσουν και την πόρτα της για να τη ρωτήσουν περιπαικτικά, αν έχει καμιά «πληροφορία» περί… κάποιου ή περί… κάποιας που ενδιαφέρεται να παντρευτούν. Και η κολπατζού πάντα κάτι τους έλεγε! Μάλιστα το έλεγε και πολύ σοβαρά. Τώρα από πού ξετρύπωνε τις πληροφορίες της για όλα αυτά, τα… κατά τα άλλα «μυστικά», μονάχα ο Θεός και η ψυχή της το ήξεραν. Ένα όμως ήταν βέβαιο! Πως όποιος περνούσε από το κατώφλι της δεν έμενε ανύπαντρος! Τι να πει κανείς! Ίσως καμιά φορά και η παντρειά, να θέλει κάποιον να σε σπρώξει για να μπεις στα καλούπια της! 

Για αυτό κι απόψε, όταν η ηλικιωμένη προξενήτρα μπήκε στο σπίτι του παπά, τα χείλη όλων μειδίασαν. Όλοι σκέφτηκαν, σαν τι προξενιά να φέρνει πάλι μαζί της η θεια- Σωτήραινα σε αυτό το νυχτέρι, αφήνοντας πίσω ολομόναχο το σπιτάκι της, με τη σόμπα μέσα να καίει και το φως της λάμπας να τρεμοσβήνει στα παραθύρια της!

- Καλώς την! ακούστηκε από το στόμα όλων και του παπά, που εκείνη την ώρα έβγαινε από την κουζίνα και έμπαινε στο χώρο της εργασίας με τα κεράσματα στον ξύλινο δίσκο.
-Παπά μου, βιάστηκε να πει η θειά μόλις τον είδε. Έμαθα πως απόψε ξεφλουδίζεις το  καλαμπόκι σου και ήρθα να βοηθήσω κι εγώ στη δουλειά. Σάμπως και εσύ τόσα χρόνια δεν μας βοηθάς; …Εξάλλου δανεικά δεν είναι αυτά;     

- Ευλογημένη να είσαι, της απάντησε με φωνή όλο καλοσύνη ο παπά- Θανάσης. Σε ευχαριστώ πολύ για τον κόπο σου. Αλλά… δεν ήταν ανάγκη να κουράζεσαι. Όμως μια και ήρθες, πάρε ένα κέρασμα για να γλυκαθείς. Και έδωσε πρώτα σε αυτή το κέρασμα, μια και την είδε να στρογγυλοκάθεται μπροστά του. Ύστερα ο παπάς μοίρασε και στους άλλους το γλύκισμα. Από πίσω του η παπαδιά, κέρναγε το νερό για να ξεδιψάσουν. Τα κεράσματα όλοι τους τα βρήκαν υπέροχα .Γι αυτό  και ευχήθηκαν για ακόμα  μια φορά, «υγεία» στα χέρια της οικογένειας. Και του χρόνου είπαν, να δώσει ο Θεός τα γεννήματα να αβγατίσουν και να γίνουν περισσότερα από τα φετινά.

Η νύχτα συνέχιζε να προχωρά και τα χέρια με τη συζήτηση  να παίρνουν φωτιά. Και όσο πέρναγε η ώρα, η στοίβα με τα ξεφλουδισμένα καλαμπόκια μεγάλωνε, ενώ αντίθετα με τα αξεφλούδιστα, μίκραινε όλο και περισσότερο. Όπως και να το κάνουμε όταν έχεις καλή παρέα, τότε στη δουλειά κάνεις θαύματα! Η βοήθεια και τα πολλά χέρια, σε κάνουν να μην τη φοβάσαι και προπάντων να μην τη βαριέσαι…!

- Ξέρεις τι διάβασα παπά μου, πετάχτηκε για μια στιγμή να πει ο παππούς ο Φιλιανάκης, πατέρας της παπαδιάς, γνωστός για τις εφημερίδες που αγόραζε κάθε τόσο από την Αριδαία και τη σημασία που έδινε στις ειδήσεις τους, όταν διάβαζε για την εξέλιξη της τεχνολογίας. Διάβασα είπε, πως στην Αμερική υπάρχουν μηχανές οι οποίες αυτό το καλαμπόκι το ξεφλουδίζουν  από μόνες τους κι ύστερα από μόνες τους το ξεσπυρίζουν.
- Ναι κι εγώ το άκουσα, έκανε την επιβεβαίωση ο κυρ- Μήτσος. Μάλιστα συνέχισε, άκουσα πως υπάρχουν κι ίδιες μηχανές για το στάρι. Μπορούν να το κάνουν αλεύρι και πίτουρα χωρίς να χρειάζεται να το πάνε στον νερόμυλο.

- Μωρέ μακάρι να υπάρχουνε, έκανε την ευχή ο παπάς. Να γλιτώσουμε κι εμείς από την κούραση… Λίγο την έχεις όλη αυτήν τη φασαρία! Και συνέχισε: Πιστεύω πόσο πιο ξεκούραστη είναι εκεί οι άνθρωποι με την τεχνολογία…! 

Πάνω στα τελευταία λόγια η παπαδιά που όλη την ώρα άκουγε χωρίς να παίρνει μέρος στις συζητήσεις, βάζοντας στο μυαλό της πως όλα αυτά μπορεί να είναι και στη φαντασία ή στα όνειρα κάποιων ανθρώπων, αποφάσισε τελικά να μιλήσει και να πει τη γνώμη της. Έτσι εντελώς αυθόρμητα και με βάση αυτά που γνώριζε από τους γονείς της, αλλά και τα κηρύγματα της Εκκλησίας για τις καλές σχέσεις που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, είπε:

- Δεν ξέρω τι είναι αυτά που λέτε κι αν είναι αληθινά. Εγώ ξέρω πως μεταξύ τους οι άνθρωποι πρέπει να βοηθιούνται. Όπως τώρα εσείς μας βοηθάτε, έτσι αύριο θα σας βοηθήσουμε κι εμείς. Αργότερα βέβαια σαν γεράσουμε, πάλι έχει ο Θεός… Θα κάνουμε γαμπρούς κι αυτοί πιστεύω να μας «κοιτάνε» και να μας βοηθάνε, όταν χρειάζεται. 

Στο άκουσμα «γαμπρούς» η θεια-Σωτήραινα, που όλη την ώρα είχε  τεντωμένα τα αυτιά της στην παρέα, για κάθε «κοινωνικό σχόλιο» που έκανε σχετικό με παντρειές, τινάχτηκε μέχρις επάνω και  το πρόσωπό της έλαμψε . Κάτι της ερχόταν από καιρό για ένα «χαμπέρι», κάποιες γλώσσες μιλούσαν για ένα ειδύλλιο που αφορούσε δυο οικογένειες εδώ, αλλά δεν έβρισκε τον χρόνο και την ευκαιρία να το ξεφουρνίσει όπως έπρεπε. Τώρα εδώ σε αυτό το μέρος, απόψε σε αυτό το νυχτέρι, είναι ότι πρέπει να το βγάλει από μέσα της, γιατί η επιθυμία της αυτή κοντεύει να την πνίξει και εν τέλει σαν άγγελος καλών ειδήσεων, να «μεταφέρει» το «ευχάριστο» στον κατάλληλο χώρο, όπως θα έκανε ο κάθε χωριανός και καλός άνθρωπος στη θέση της. 

Έτσι μονάχα θα ησυχάσει, αν εκπληρώσει αυτή την αποστολή της, μια και το προστάζει αυτή η έρημη, η εναργής συνείδησή της! Για αυτό, χωρίς να σκεφτεί και πολύ τα λόγια της, μήτε αν θα την αποπάρουν οι παρευρισκόμενοι παρά μονάχα πιστεύοντας πως αυτό που θα πει είναι γεγονός και καλό, είπε:

-  Έμ! άντε παπαδιά μου! Του κόσμου τα παιδιά, άμα φτάσουνε στην ηλικία παντρεύονται. Εσείς εδώ στην γειτονιά, μια πόρτα είστε με τον κυρ- Κώστα και δεν λέτε να παντρέψετε τα παιδιά σας… που αγαπιούνται!

- Ποια παιδιά, τη διέκοψε ψελλίζοντας έκπληκτη και σαστισμένη η παπαδιά, με το μισοξεφλουδισμένο καλαμπόκι να φεύγει από τα χέρια της. Τι θέλεις να πεις θεια – Σωτήραινα;

- Ε! να, συνέχισε η «προξενήτρα», χωρίς φόβο και χωρίς πάθος για ό,τι έλεγε. Μιλάω για τον γιο του κυρ- Κώστα εδώ  που είναι μαζί μας, τον Βαγγέλη και την μεγάλη σας κόρη την Ευθυμία. Στον καιρό τους είναι. Όμορφα παιδιά είναι. Και… λίγο μπορεί να αγαπιούνται… Όχι πως άκουσα κάτι. Σκέψη κάνω εγώ από μόνη μου…

Η παμπόνηρη η θεια, που βουλωμένο γράμμα αν της έδινες θα το διάβαζε, όχι μόνο άκουσε, αλλά και είδε μια μέρα στο χωριό τα παιδιά να μιλάνε. Μαζί, είδε και τη φλόγα του έρωτα να βγαίνει από τα μάτια τους. Τα είδε ένα απόγευμα που συναντήθηκαν στο ποτάμι και πάνω στο ξύλινο γεφύρι, την ώρα που πήγαιναν να το περάσουν. Ύστερα σαν δυο πουλιά, να κάθονται εκεί με τις ώρες και να χαριεντίζονται, κοιτάζοντας μια το ποτάμι που κύλαγε από κάτω τους με τον ουρανό να καθρεφτίζεται στα σπλάχνα του, και μια απέναντι τη δύση που εκείνες τις ώρες έκρυβε πίσω από το καταπράσινο βουνό, τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή, προσποιούμενη κι αυτή πως θέλει να το διαβεί και να πεταχτεί στην άλλη μεριά του χωριού και στο μπακάλικο του Κώτσου του Κιμουρτζή για ψώνια, πέρασε από κοντά τους. Και τότε από τα λίγα που άκουσε στην κουβέντα τους, κατάλαβε πολλά. Όμως πώς να το πάει και να το πει στους δικούς τους; Για αυτό περίμενε και περίμενε. Ώσπου ήρθε η κατάλληλη στιγμή! 

- Παπά, πήρε τον λόγο να απαντήσει με γέλιο στα λόγια της γριάς ,ο κυρ Κώστας ο γείτονας. Λες να είναι έτσι τα πράγματα, όπως μας τα λέει εδώ η προξενήτρα μας; Απόψε μέσα στα καλαμποκόφυλλα να γίνουμε συμπεθέρια;

 Και για να διασκεδάσει την κατάσταση πρόσθεσε:

- Πάντως αλήθεια λέμε πως με τη γυναίκα μου, εδώ τώρα αυτές τις ώρες και με αυτά τα ρούχα της δουλειάς, δεν ήρθαμε να ζητήσουμε την κόρη σου για νύφη μας. Δουλειά ήρθαμε να κάνουμε σε αυτό το νυχτέρι μας, και να σε βοηθήσουμε..!

- Και τι να κάνουμε βρε γείτονα αν έρθουν έτσι τα πράγματα είπε ο παπάς, κρύβοντας κι αυτός το χαμόγελο μέσα στα γένια του και τακτοποιώντας τα μαλλιά πίσω στο κεφάλι του. Αν το θέλει ο Θεός έτσι ας γίνει. Εμείς θα πάμε κόντρα στο θέλημά του! Σαν Πάνσοφος και Παντογνώστης που είναι, μπορεί να μην δίνει «τα νυχτέρια» μόνο για δουλειά, αλλά να τα δίνει και για αρραβωνιάσματα!

Από ‘κείνο το νυχτέρι στο σπίτι του σεβαστού ιερωμένου, πέρασε πολύ λίγος καιρός. Τόσος λίγος που ακόμα και η άνοιξη, δεν πρόλαβε να ανθίσει. Τα δυο συμπεθέρια, έκαναν χαρούμενοι τους αρραβώνες των παιδιών  και με τις ευχές τους πέρασαν τα δαχτυλίδια στα χέρια τους. Το «νυχτέρι» έκανε το θαύμα του, και φυσικά η θεια-Σωτήραινα, για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε στις προβλέψεις για το προξενιό της. Για αυτό κι αργότερα στην χαρά των γάμων, είχε ξεχωριστή θέση και καμάρωνε για την επιτυχία της, φορώντας καινούργια μαντήλα και χρωματιστή ποδιά!

Στη Δωροθέα την παλιά, κάποτε εκεί σε ένα νυχτέρι…  
24 Ιουλίου 2016                                                                            

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ 
Share on Google Plus

 

rindis
    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ένα σχόλιο για το παραπάνω θέμα: